06/02/2026 LIFO
Ντίνα ΚαράτζιουΆστεγοι της Αθήνας: Ποιοι είναι και ποιος νοιάζεται;Το προφίλ των αστέγων αλλάζει διαρκώς, καθώς το κόστος ζωής και στέγασης συνεχώς αυξάνεται. Αρκούν οι δομές και οι πολιτικές για την αστεγία που αναπτύχθηκαν στην Αθήνα; Πώς λειτουργεί στην πράξη η στήριξή τους; Μιλήσαμε με αστέγους και μας περιέγραψαν τον καθημερινό τους αγώνα.
πό το πρώτο συσσίτιο και τα ξενοδοχεία Κάπρι και Ορφέας, που παραχωρούσε ο δήμος Αθηναίων για τη φιλοξενία αστέγων στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η εικόνα έχει αλλάξει αρκετά. Σήμερα, στις γειτονιές της Αθήνας, κοιμούνται άνθρωποι μέσα σε αυτοκίνητα, έπειτα από εξώσεις ή χρόνιες αδυναμίες καταβολής ενοικίου. Παράλληλα, αναδύεται η νέα γενιά των working homeless: άνθρωποι που έχουν εργασία, αλλά όχι σπίτι. Δίπλα τους, μια άλλη σιωπηλή πλειονότητα: άνθρωποι με αναπηρία που περνούν τις νύχτες στα πεζοδρόμια, σχεδόν αποκλεισμένοι από τις υπάρχουσες δομές, και ηλικιωμένοι που αυξάνονται δραματικά στους δρόμους της πόλης.
Η τελευταία αποτύπωση του πληθυσμού των αστέγων στον δήμο Αθηναίων έγινε το 2018 από το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη νέα έρευνα, σε ένα πεδίο που θυμίζει κινούμενη άμμο. Ο αριθμός μεταβάλλεται, όπως και το προφίλ των αστέγων, που μοιραία συνδέεται με την εκάστοτε κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Μένει να φανεί αν η νέα απογραφή θα καταφέρει να αποτυπώσει αυτές τις πολλές και διαφορετικές παράλληλες πραγματικότητες που κρύβονται στους δρόμους και στα στενά της πόλης. Γιατί η αστεγία στην Αθήνα δεν έχει ένα πρόσωπο. Έχει πολλά.
Ο Γ. κάποτε δίδασκε πιάνο σε ωδεία· σήμερα στηρίζεται στις δομές της ΜΚΟ Κλίμακα και πλέον διδάσκει μουσική σε παιδιά με αναπηρία, χωρίς αμοιβή. Η Δ. φυσικοθεραπεύτρια ογκολογική ασθενής, κοιμάται σε πλατείες και δουλεύει τετράωρα για να συγκεντρώσει τα χρήματα που θα της επιτρέψουν να νοικιάσει ένα σπίτι. Ελπίζει πως όταν θα μπορέσει να κοιμηθεί κάτω από μια στέγη, θα έχει και τις δυνάμεις για να δουλέψει οκτάωρο.
Ο Ματθαίος, χρήστης, επισκεύασε ένα πρόχειρο κατάλυμα σε δημοτικό οικόπεδο για να βρει ένα ελάχιστο καταφύγιο από τον δρόμο. Η Ε., 81 ετών, που κάποτε ζούσε άνετα στα βόρεια προάστια, είδε τη ζωή της να ανατρέπεται και πλέον φιλοξενείται στο Υπνωτήριο Αστέγων των Γιατρών του Κόσμου. Όπως και η Ν., πρώην φροντίστρια ηλικιωμένων, που μετακόμισε στην Αθήνα για μια δουλειά που τελικά δεν προχώρησε.
Ο Στίβεν είναι ανάπηρος, οροθετικός και ζει ανάμεσα στο πεζοδρόμιο και τα επείγοντα των νοσοκομείων. Ο Μ. και η Α. μένουν σε αυτοκίνητα εδώ και μήνες, περιμένοντας να βγει η σύνταξή τους. Υπάρχουν και άλλοι που δεν φαίνονται πουθενά. Εργάζονται, αλλά τα χρήματα δεν αρκούν για το ενοίκιο. Μένουν ευκαιριακά σε φίλους και γνωστούς, μέχρι τελικά να βρεθούν στον δρόμο, αναζητώντας αργά ή γρήγορα στέγη σε μια δομή.Και υπάρχουν κι εκείνοι που δεν γίνονται δεκτοί σε δομές, επειδή δεν είναι «αυτοεξυπηρετούμενοι», όπως προβλέπει η νομοθεσία, αναδεικνύοντας έτσι τη μεγάλη γκρίζα ζώνη που αφήνουν πίσω τους τα κριτήρια προστασίας.
Παρότι για χρόνια το θέμα των αστέγων αντιμετωπιζόταν αποσπασματικά, με ελάχιστες δημόσιες δομές και χωρίς σαφές θεσμικό πλαίσιο, κάποιες οργανώσεις μπήκαν από νωρίς στην πρώτη γραμμή. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Κλίμακα, οι Γιατροί του Κόσμου Ελλάδας και άλλες μικρότερες πρωτοβουλίες παρείχαν υποστήριξη σε ανθρώπους που ζούσαν στον δρόμο, προσπαθώντας να καλύψουν κενά εκεί όπου το κράτος αδυνατούσε ή αδιαφορούσε.
Ο δήμος Αθηναίων συγκρότησε τότε έναν πρώτο θεσμικό βραχίονα κοινωνικής φροντίδας: ένα Κέντρο Υποδοχής Αστέγων, το οποίο, αν και θεσμοθετήθηκε το 1998, ξεκίνησε να λειτουργεί το 2005. Στην πορεία, μετεξελίχθηκε στο σημερινό Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων (ΚΥΑΔΑ), που αποτελεί τον βασικό φορέα για την υλοποίηση προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας, σίτισης και προσωρινής στέγασης στον κεντρικό δήμο.
Σταδιακά, με πολλές ασυνέχειες, στη δίνη της οικονομικής κρίσης και κατά τη διάρκεια της δημαρχίας του Γιώργου Καμίνη, το ΚΥΑΔΑ διεύρυνε τη δράση του: δημιουργήθηκαν συνεργασίες με ΜΚΟ, φορείς αλληλεγγύης και ιδρύματα· προχώρησαν προγράμματα ένταξης και φιλοξενίας μικρής κλίμακας· ενισχύθηκε το Κέντρο Σίτισης και αυξήθηκαν τα συσσίτια σε καθημερινή βάση.
Το 2020, ο δήμος προχώρησε στη σύσταση του Πολυδύναμου Κέντρου Αστέγων, συγκεντρώνοντας για πρώτη φορά σε έναν χώρο διαφορετικές υπηρεσίες: υπνωτήριο, ξενώνα, κέντρο ημέρας. Ήταν μια απόπειρα συστηματοποίησης της φιλοξενίας και της υποστήριξης, με στόχο τη σταθερότητα και την ορατότητα. Από το 2020 θεσμοθετείται για πρώτη φορά ως μόνιμη δημόσια πολιτική καταπολέμησης της έλλειψης στέγης το πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία», το οποίο παρέχει υπηρεσίες επιδότησης ενοικίου και κάλυψης βασικών αναγκών για περίοδο δύο ετών και επιδότηση εργασίας για έναν χρόνο.
Ας δούμε όμως, πέρα από τα στοιχεία, ποιοι είναι πραγματικά οι άστεγοι στην Αθήνα. Μέσα από τη δική τους ματιά, αλλά και μέσα από τις εμπειρίες εκείνων που βρίσκονται καθημερινά δίπλα τους, προσπαθώντας να καλύψουν τις ανάγκες τους σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Αλλά ας παρακολουθήσουμε και τι έχει συμβεί, και τι δεν έγινε μέσα σε είκοσι χρόνια παρεμβάσεων, πολιτικών και απόπειρας φροντίδας: από τη σίτιση και τη φιλοξενία, την ψυχοκοινωνική στήριξη, την εργασιακή επανένταξη και τη στεγαστική αποκατάσταση.
Από το ωδείο στο πεζοδρόμιο
Ο Γ. είναι μουσικός και σήμερα στηρίζεται από τη ΜΚΟ Κλίμακα. Συμφώνησε να αφηγηθεί την ιστορία του με μία προϋπόθεση: να γράψουμε και για τη βοήθεια που του έχει προσφέρει εδώ και μία πενταετία τουλάχιστον ο ψυχίατρος και επιστημονικός υπεύθυνος της οργάνωσης, Κυριάκος Κατσαδώρος – βοήθεια που έχει προσφέρει όχι μόνο στον ίδιο, αλλά και σε εκατοντάδες άλλους ανθρώπους που βρέθηκαν στο περιθώριο. Πώς βρέθηκε όμως ο ίδιος σ' αυτή τη θέση; «Ούτε κι εγώ το κατάλαβα. Μια μέρα ξημέρωσα στη Σωκράτους, εκεί που ζούσαν οι άστεγοι. Δεν ξέρω πώς έφτασα ως εκεί», λέει.
Για χρόνια η ζωή του ήταν, όπως την περιγράφει, «πολύ καλή». Είχε οικογένεια, ωραίο σπίτι, οικονομική άνεση και αργότερα δικό του ωδείο στη Ρόδο. Κάποια στιγμή, όμως, όλα άρχισαν να καταρρέουν σχεδόν ταυτόχρονα. Η ζωή του άλλαξε μέσα από τρεις διαδοχικές απώλειες. Πρώτα η μητέρα του, την οποία, όπως λέει, βρήκαν νεκρή στο σπίτι της, δεμένη και φιμωμένη. Έπειτα η κόρη του, 32 χρονών, γιατρός αναισθησιολόγος που σκοτώθηκε σε τροχαίο λίγες μέρες μετά την κηδεία της μητέρας του. Και τέλος η σύζυγός του, που πέθανε μόλις δέκα ημέρες αφότου μετακόμισαν μαζί στο ανακαινισμένο πατρογονικό της σπίτι, σε ένα ορεινό χωριό της επαρχίας, όπου είχαν αποφασίσει να αποσυρθούν μετά τον θάνατο της κόρης τους.
Σήμερα κάνει μαθήματα πιάνου σε παιδιά με αναπηρίες, πηγαίνοντας στα σπίτια τους, χωρίς αμοιβή. «Δεν το βρίσκω σπουδαίο. Το βρίσκω ανθρώπινο. Και δεν είναι κάτι που άρχισα να κάνω τώρα, έπειτα από όλα αυτά. Το έκανα και όταν ήμουν καλά», λέει. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έχει θητεύσει σε διευθυντικές θέσεις κορυφαίων μουσικών ιδρυμάτων της χώρας. Το όνομα που μας έδωσε, ωστόσο, δεν εμφανίζεται σε κανένα δημόσιο μητρώο ή κατάλογο. Αυτό όμως δεν σημαίνει και πολλά. Στον δρόμο, η αλήθεια είναι θολή. Όπως και οι άνθρωποι που την κουβαλούν. Ισως η μνήμη να παραμορφώνεται. Ίσως και η ταυτότητα κάποιες φορές να επινοείται.
Οταν η κοιλιά προηγείται της ψυχής
«Αυτό που χάνεις αργά και σταθερά είναι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς σου», μας λέει ο Νικήτας Κανάκης, πρόεδρος των Γιατρών του Κόσμου Ελλάδας. «Όπως έγραφε και ο Όργουελ, στο εμβληματικό του βιβλίο όπου αποτύπωσε την προσωπική του εμπειρία αστεγίας στους δρόμους του Παρισιού και του Λονδίνου, η κοιλιά προηγείται της ψυχής». Γίνεσαι σκληρός για να βγάλεις τη μέρα, όπως μας λέει. Προτεραιότητα έχει η κάλυψη των βασικών αναγκών: «Να προλάβεις να στηθείς στο συσσίτιο για να φας καλύτερα. Να βρεις κάπου να ζεσταθείς. Να βρεις μια γωνιά στην πόλη όπου θα είσαι ασφαλής, χωρίς να κινδυνεύεις».
Ο ωμός ρεαλισμός της επιβίωσης που περιγράφει ο Νικήτας Κανάκης, με την καθημερινή μάχη για ένα πιάτο φαγητό, ένα ασφαλές σημείο για ύπνο ή λίγη ζέστη, είναι για κάποιους μια αλήθεια που δεν τελειώνει με το ξημέρωμα. Μια από αυτούς είναι και η Μ., 62 ετών, ογκολογική ασθενής, που τα τελευταία 3,5 χρόνια ζει στον δρόμο και υποστηρίζεται από τη ΜΚΟ Κλίμακα.
«Είχα κάποιο σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα, το οποίο δεν μπόρεσα να το διαχειριστώ και τα διέλυσα όλα», μας λέει. Δεν θέλει να μπει σε λεπτομέρειες. Παλιά νοίκιαζε σπίτι, εργαζόταν ως φυσικοθεραπεύτρια σε αθλητικές ομάδες και, όπως λέει, «είχα μια κανονική ζωή, όπως κάθε άνθρωπος». Από το επάγγελμά της είχε απομακρυνθεί πέντε χρόνια προτού μπει στην αστεγία και θεωρεί πια δύσκολη την επιστροφή.
Το περασμένο καλοκαίρι εργάστηκε ως λαντζιέρα, τετράωρο, δοκιμαστικά σε μία επιχείρηση στην Ανατολική Αττικη. Εκείνη την περίοδο κοιμόταν στο αεροδρόμιο, μέχρι που την έδιωξαν. «Αν δεν κοιμάσαι, δεν μπορείς να δουλέψεις. Η λάντζα έχει καλά λεφτά, αλλά πρέπει να κοιμάσαι κανονικά, και έξω δεν κοιμάσαι. Είσαι όλο σε εγρήγορση. Σε κλέβουνε. Μόλις κοιμηθείς, θα σου πάρουν το τηλέφωνο ή ακόμα και την ταυτότητα και ό,τι άλλο ενδιαφέρον βρουν». Γι’ αυτό και φροντίζει να κοιμάται σε μέρη όπου υπάρχει αστυνομία, όπως στο Σύνταγμα ή σε σημεία όπου υπάρχουν κάμερες.
Τώρα αναζητά ένα τετράωρο για διανομή φυλλαδίων, ώστε να συγκεντρώσει τα πρώτα χρήματα που θα της επιτρέψουν να νοικιάσει ένα σπίτι. «Για να μπορέσω να κοιμάμαι και να δουλέψω κανονικά στη λάντζα», λέει. «Ό,τι μάζεψα το καλοκαίρι δεν έφτανε, γιατί δεν έβρισκα τίποτα κάτω από 500 ευρώ».
Η Κλίμακα τη στηρίζει με τρόφιμα, φάρμακα, ιατρική περίθαλψη και φροντίζει για τη διεκπεραίωση των γραφειοκρατικών της εκκρεμοτήτων. Αν και εντάχθηκε στο πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία», δεν κατάφερε τελικά να ωφεληθεί, γιατί, όπως ισχυρίζεται, την ενημέρωσαν αργά οι υπηρεσίες του δήμου και έχασε τις προθεσμίες ώστε να προχωρήσει.
Αγχωμένη να φροντίσει για την καθημερινή επιβίωση και η Μ., 52 χρονών, που η δουλειά της ήταν η φροντίδα ηλικιωμένων. Τη συναντήσαμε στο υπνωτήριο των Γιατρών του Κόσμου ένα μεσημέρι – βιαζόταν να προλάβει ένα συσσίτιο που είχε στηθεί από μία οργάνωση στην Πατησίων για να μη χάσει το μεσημεριανό γεύμα. Η ανωνυμία που της προσφέρει η Αθήνα, αλλά και η κατάστασή της, δεν αφήνουν περιθώρια για πολλές ντροπές και συστολή. Η Μ. ζούσε στη Θεσσαλονίκη και φρόντιζε μια ηλικιωμένη για χρόνια. Ώσπου, ξαφνικά, της είπαν ότι πρέπει να φύγει. Δεν την κρατούσε τίποτα στην πόλη και βρήκε μια αντίστοιχη δουλειά στην Αθήνα. Η νέα σελίδα στη ζωή της δεν ξεκίνησε καλά. Η δουλειά τελικά δεν έκλεισε και έμεινε ξεκρέμαστη. Στη Θεσσαλονίκη δεν την περίμενε κανείς και αρχικά φιλοξενήθηκε για λίγο σε έναν φίλο της.
Δεν αντέχει την ιδέα του δρόμου. «Βρήκα τους Γιατρούς του Κόσμου πριν από τα Χριστούγεννα», λέει. «Δεν θέλω να καταλήξω στον δρόμο. Είχα μείνει έξω λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο. Δεν θέλω να το ξαναζήσω». Η καθημερινότητά της αυτό το διάστημα είναι περιπλάνηση στους δρόμους της Αθήνας και αναζήτηση εργασίας στις αγγελίες και στα social. Μέχρι το απόγευμα που θα μπει στο υπνωτήριο για να φάει, να κάνει μπάνιο και να κοιμηθεί. Και το πρωί πάλι από την αρχή. Πάντως, ακόμα κι αν βρει δουλειά, δεν πιστεύει ότι θα τα καταφέρει να νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα μόνη της. Σχεδιάζει να συγκατοικήσει με μία φίλη που γνώρισε στην Αθήνα, η οποία προφανώς βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση. Μας λέει ότι δεν τη νοιάζει πόσες ώρες θα δουλεύει, θα δούλευε ακόμα και δωδεκάωρο. «Θέλω απλώς να νιώσω ξανά άνθρωπος».
Το μεταβαλλόμενο τοπίο της αστεγίας
Οι Γιατροί του Κόσμου δημιούργησαν το πρώτο Υπνωτήριο Αστέγων στην Αθήνα, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Ο Νικήτας Κανάκης μας εξηγεί σε αδρές γραμμές το μεταβαλλόμενο προφίλ των αστέγων, όπως αυτό διαμορφώθηκε από το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον της τελευταίας δεκαετίας. Από το 2010 και μετά, η αστεγία στην Ελλάδα αφορά κυρίως Έλληνες, ανθρώπους που είχαν κανονική ζωή πριν από τη δίνη της κρίσης και των μνημονίων. Εργατοτεχνίτες, μικρομαγαζάτορες και ελεύθεροι επαγγελματίες, χαμηλόμισθοι υπάλληλοι και συνταξιούχοι που έμειναν ξεκρέμαστοι, χωρίς δίκτυο προστασίας. Πολλοί γύρω στα 55-60, χωρίς οικογένεια, πολύ μεγάλοι για να ξαναβρούν δουλειά, αρκετά «νέοι» για σύνταξη. Την ίδια περίοδο, μετά το 2014, αρχίζει να φτάνει και ένα νέο προσφυγικό κύμα – άνθρωποι εξίσου ευάλωτοι, οι οποίοι όμως είχαν έστω κάποια πρόσβαση σε δομές υποδοχής ή αναχωρούσαν για άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Σήμερα, η ανθρωπογεωγραφία της αστεγίας φαίνεται διαφοροποιημένη. Στους δρόμους της πόλης εμφανίζονται νέες, ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων, κυρίως Ελλήνων. Μία από αυτές είναι ηλικιωμένοι, άνω των 75 ετών. Πρόκειται για την πιο ραγδαία αυξανόμενη κατηγορία. Ο Ν. Κανάκης μας λέει ότι πρόκειται για την κοινωνική ομάδα που αποτελεί το 30% του πληθυσμού που φιλοξενείται σήμερα στο υπνωτήριο των Γιατρών του Κόσμου Ελλάδος: «Άνθρωποι χωρίς ή με μία πενιχρή σύνταξη, με σοβαρά προβλήματα υγείας και κινητικότητας, χωρίς φροντιστές, χωρίς καμιά προοπτική. Κυρίως Έλληνες που έχουν αποκοπεί πλήρως από το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον». «Και ενώ βρισκόμαστε σε μια εποχή που μιλάμε για την ενεργό γήρανση, φτάνουμε να πούμε ότι χρειαζόμαστε περισσότερα γηροκομεία», τονίζει.
Μια από τις σιωπηλές φιγούρες αυτής της γενιάς των αόρατων ηλικιωμένων είναι η Ε., 81 ετών. Τη συναντήσαμε στο υπνωτήριο των Γιατρών του Κόσμου, στο οποίο φιλοξενείται εδώ και έναν χρόνο. Ο σύζυγός της, τεχνίτης ζαχαροπλαστικής, όπως λέει, είχε επιχείρηση σε περιοχή των βορείων προαστίων. Στην ίδια περιοχή μεγάλωσε κι αυτή. Ο γιος τους, «σπουδαγμένος με τρία πτυχία, δεν θέλησε να συνεχίσει την οικογενειακή δουλειά. Γνώρισε μία Αμερικανίδα στη Μύκονο όπου είχε πάει για διακοπές, την παντρεύτηκε και έφυγε μαζί της στην Αμερική. Έμεινε δέκα χρόνια και κάποια στιγμή ζήτησε να πάμε κι εμείς. Πουλήσαμε το σπίτι και μετακομίσαμε εκεί. Εχω δύο εγγονές που ζούν με τη μητέρα τους εκεί». Δέκα χρόνια αργότερα ο γιος της χώρισε, επέστρεψαν στην Ελλάδα και ο σύζυγός της πέθανε. «Στην Ελλάδα, ο γιος μου έστησε μια νέα δουλειά και πήγαινε πολύ καλά στην αρχή. Πήρε και δεύτερο όροφο στο Σύνταγμα. Ύστερα ήρθε η κρίση. Τα χρέη. Έχασε τα πάντα. Τον πήρανε στο Δρομοκαΐτειο, είχε κάνει απόπειρα. Μετά στον Ευαγγελισμό. Να είναι καλά οι άνθρωποι, τον έσωσαν», λέει. Ο γιος της σήμερα μένει σε κάποια δομή. Η ίδια παίρνει μια μικρή σύνταξη: «Δεν φτάνει. Δίνω κι εγώ απ’ τα λίγα που έχω στο στο παιδί μου, για τα τσιγάρα του. Δεν το συγχωρεί στον εαυτό του που έμεινα στον δρόμο. Εγώ ξέρω όμως πως δεν έφταιγε και θα συνεχίσω να τον στηρίζω».
Η εικόνα μιας ηλικιωμένης γυναίκας που βρέθηκε κάτω από παρόμοιες συνθήκες στον δρόμο είναι αυτή που έχει εντυπωθεί και στον Κωνσταντίνο Μαριδάκη, υπεύθυνο Κίνησης του Streetwork στον δήμο Αθηναίων, παρόλο που καθημερινά διαχειρίζεται εκατοντάδες περιστατικά αστεγίας: «Θυμάμαι χαρακτηριστικά, πριν από μερικά χρόνια, μια δυνατή χιονόπτωση μέσα στην Αθήνα. Βρήκαμε μια κυρία, περίπου 70 ετών, σε μια γωνιά του δρόμου. Είχε μόλις υποστεί μία έξωση. Φαινόταν ότι ήταν μία γυναίκα που δεν είχε ζήσει μέχρι τότε στο περιθώριο. Κι από τη μια μέρα στην άλλη, βρέθηκε στο κρύο, μόνη. Τρέξαμε για να τη βοηθήσουμε. Έπρεπε να πάρει φαρμακευτική αγωγή, να της βρούμε άμεσα στέγη, έστω προσωρινή, για να μην παγώσει και πεθάνει στον δρόμο».
Στο άλλο άκρο της ηλικιακής κλίμακας, εντοπίζεται μια δεύτερη κοινωνική κατηγορία αστέγων, την οποία παρατηρούν έντονα στο πεδίο οι Γιατροί του Κόσμου: νέοι πρώην ουσιοεξαρτημένοι. «Πολλά νέα παιδιά, καθαρά πλέον, ολοκληρώνουν τα θεραπευτικά τους προγράμματα αλλά δεν έχουν πού να μείνουν. Οι οικογένειές τους δεν τα δέχονται πίσω. Καταλήγουν σε υπνωτήρια ή δομές, προσπαθώντας να “πιάσουν το νήμα” από την αρχή. Φιλοξενούμε τέτοιες περιπτώσεις στο υπνωτήριο», λέει ο Ν. Κανάκης.
Μια σιωπηλή μορφή αστεγίας που ολοένα αυξάνεται: ζώντας στο αυτοκίνητο
Μια από τις πιο σιωπηλές και αυξανόμενες μορφές αστεγίας είναι οι άνθρωποι που έχουν εξαντλήσει κάθε δυνατότητα φιλοξενίας, οικονομικής επανεκκίνησης ή στήριξης. Ζουν από έξωση σε έξωση, από προσωρινό καταφύγιο σε επόμενο προσωρινό καταφύγιο: «Θα πληρώσουν δύο ενοίκια, θα τους ξανακάνουν έξωση και μετά θα πάνε στην επόμενη λύση. Σε γονείς, αδέλφια, άλλους συγγενείς». Κλείνοντας αυτόν τον κύκλο, καταλήγουν στο αυτοκίνητο. «Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τον αριθμό τους, αλλά τους βλέπουμε στα κοινωνικά ιστορικά του πολυιατρείου μας, που έρχονται για να πάρουν φάρμακα. Είναι άνθρωποι που δεν έχουν πού να ακουμπήσουν», εξηγεί ο Κανάκης.
Δεν είναι ορατοί οι σύνδεσμοι (links).
Εγγραφή ή
Είσοδος